HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ανάπαιστος | Babel Free

Noun masculine CEFR B2

Ορισμοί

  1. τρισύλλαβος μετρικός πόδας με δύο άτονες + μία τονισμένη συλλαβή (‿‿—)
  2. μετρικός πους, κυρίως παιάνων, με δύο βραχύχρονες (ή μία μακρόχρονη) και μία μακρόχρονη συλλαβή υ υ -

Παραδείγματα

“※ Στων Ψα-ρών | την ο-λό | μα-υρη ρά|χη (Σολωμός, Η καταστροφή των Ψαρών)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ανάπαιστος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course