Meaning of ανάλημμα | Babel Free
Ορισμοί
- στερεός τοίχος ή κατασκευή που συγκρατεί γαιώδη μάζα σε πρανή ή θεμελιώσεις, αποτρέποντας κατολισθήσεις ή καθιζήσεις
- υποδομή ή αντέρεισμα που στηρίζει τα πλευρικά τμήματα θεάτρων, ναών ή άλλων μνημείων σε επικλινές έδαφος
- καμπύλη σε σχήμα οκτώ που δείχνει τις φαινόμενες θέσεις του ήλιου κατά τη διάρκεια του έτους σε σχέση με τον μεσημβρινό
-
κάθε είδους επίδεσμος ή υποστήριγμα που κρατά ανυψωμένο τραυματισμένο μέλος του σώματος dated
Παραδείγματα
“※ Επιπλέον οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το ανάλημμα κτίστηκε κατά τους κλασικούς χρόνους, προκειμένου να δημιουργηθεί άνδηρο για την κατασκευή ναού, από τον οποίο σώζονται μόνον κάποια λαξεύματα στο ριζιμιό βράχο καθώς στην περιοχή αναπτύχθηκε ο πρωτοβυζαντινός οικισμός (στην τελευταία φάση χρήσης του χώρου ανήκει ακέραιος λύχνος. (www.efsyn.gr, 06.11.2020)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.