HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ανάκουστος | Babel Free

Adjective feminine CEFR B2

Ορισμοί

  1. που δεν ακούει
  2. που δεν ακούγεται ή που μόλις ακούγεται
  3. που δεν ακούμε κάτι γι’ αυτόν, που δεν μαθαίνουμε νέα του
  4. που ακούγεται για πρώτη φορά, που δεν έχει ξανακουστεί
  5. μοναδικός, θαυμαστός, θαυμάσιος
    broadly

Παραδείγματα

“«Α! Η Ρήνη του Τρίνκουλου, ε;» είπε ο Αντώνης πίνοντας μια γουλιά κρασί και χτυπώντας τα χείλη του. «Μες στην καρδιά μπήγεται το βλέμμα τση. Και ανάκουστη, και αμελέτητη και δουλεύτρα. Ω νά 'μουνα ελεύτερος!» «Θα την έπαιρνα, μα τον Άγιο» (Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Η Τιμή και το Χρήμα/Κεφάλαιο Γ')”
“Και μες στη σκιά που φούντωσε και κλει δροσιές και μόσχους / ανάκουστος κιλαϊδισμός και λιποθυμισμένος. (Διονύσιος Σολωμός, Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι/σχεδίασμα Γ)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ανάκουστος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course