Meaning of αμφισβητήσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αμφισβητώ
- θα αμφισβητήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αμφισβητώ
- να αμφισβητήσει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμφισβητώ
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.