Meaning of αμπαρώσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αμπαρώνω
- θα αμπαρώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αμπαρώνω
- να αμπαρώσει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αμπαρώνω
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.