αμορτισέρ
Ορισμοί
εξάρτημα μηχανοκίνητων οχημάτων χάρη στο οποίο αποσβένονται οι ταλαντώσεις των ελατηρίων και ελαττώνονται οι κραδασμοί, εξασφαλίζοντας έτσι τη σταθερότητα του οχήματος
Ισοδύναμα
26 more languages
العربيةمُمْتَصّ صَدَمَات
Danskstøddæmper
Ελληνικάαποσβεστήρας
Esperantoamortizilo
Íslenskahöggdeyfir
Kurdîkatarakt
Македонскиамортизер
Portuguêsamortecedor
Русскийамортизаторвозду́шный бу́фервью́шкагаситель колебанийде́мпфердымова́я засло́нкама́сляный бу́феррегуля́тор тя́ги
Tagalogsalubayo
Türkçeamortisör
Українськав'юшка
Παραδείγματα
“τηλεσκοπικό αμορτισέρ (telescopic shock absorber)”
“υδραυλικό / τηλεσκοπικό αμορτισέρ”
“αμορτισέρ αερίου”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free