Meaning of αμοιβάδωση | Babel Free
/a.miˈva.ðo.si/Ορισμοί
νόσος που προκαλείται στα έντερα, όταν εισέλθουν στον οργανισμό αμοιβάδες
Ισοδύναμα
English
amoebiasis
Παραδείγματα
“※ Γίνεται ανασκόπηση των διαφόρων εντοπίσεων αμοιβάδων και ειδικότερα η περίπτωση της γαγγλιακής αμοιβαδώσεως, της γενικευμένης αμοιβαδώσεως, της μαστίτις αμοιβαδικής και της κυστίτις αμοιβαδικής. (Αγγελική Γ. Παναγιωτάτου, Ανασκόπησης περιπτώσεων εξωεντερικής αμοιβαδώσεως, 1949, Ψηφιακό αποθετήριο της Ακαδημίας Αθηνών, https://digitallibrary.academyofathens.gr/archive/item/19503?lang=el)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.