Meaning of αμνιοκέντηση | Babel Free
Ορισμοί
χειρουργική επέμβαση στη μήτρα διαμέσου της κοιλιάς ή του τραχήλου της μήτρας προκειμένου να γίνει αναρρόφηση αμνιακού υγρού συνήθως για αναγνώριση του φύλου του εμβρύου ή διερεύνηση πιθανών ασθενειών του εμβρύου
neologism
Ισοδύναμα
English
amniocentesis
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.