Meaning of αμμοθύελλα | Babel Free
/a.moˈθi.e.la/Ορισμοί
δυνατός άνεμος (θύελλα) που μεταφέρει μεγάλες ποσότητες άμμου και σκόνης που μειώνουν πολύ την ορατότητα
Ισοδύναμα
English
Sandstorm
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.