HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

αμανές

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR B1

Ορισμοί

  1. είδος λαϊκού τραγουδιού, με ανατολίτικες ρίζες, ερωτικό συνήθως στο οποίο επαναλαμβάνεται συχνά το επιφώνημα «αμάν!»
  2. ανδρικό επώνυμο

Παραδείγματα

“※ Ο παππούς πρόσθετε ότι «οι βλάχοι και οι πρόσφυγες από την Τουρκίαν συχνάζουν εις κατώτερον είδος διασκεδαστηρίων, εις τα λεγόμενα «καφέ αμάν», όπου, το λέγει η λέξις, ακούγονται αμανέδες - Αμάν Μέμο, Κουζούμ, Μέμο! Γιαβρούμ Μέμο! Σεκέρ, Μέμο! Εβλιάτ, Μέμο! - με υπόκρουσιν σαντουρίου, φλαούτου και κλαρίνου (Τριανταφύλλου Σώτη, Το τυφλό γουρούνι στη Δεύτερη οδό, εκδ. Πατάκης, 2025)”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη αμανές σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free