HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αμάρτυρος | Babel Free

Adjective feminine CEFR B2
/aˈmaɾ.ti.ɾos/

Ορισμοί

  1. που δεν υπάρχει μαρτυρία γι’ αυτόν, δεν αποδεικνύεται
  2. για όρο ή λέξη που δεν εντοπίζεται σε υπάρχον γραπτό κείμενο, αλλά εικάζεται ότι υπήρξε τουλάχιστον προφορική χρήση της. Σημειώνεται το σύμβολο * (αστερίσκος) μπροστά από τη λέξη.
  3. τύπος ή λέξη που δε μαρτυρείται, δε σώζεται σε αρχαίο κείμενο, αλλά τη γνωρίζουμε από άλλη της μορφή, (κλιτικό τύπο ή σύνθετη λέξη) ή από σχόλια γραμματικών και λεξικογράφων
  4. τύποι (ρίζες, λέξεις) υποθετικών γλωσσών, στους οποίους φθάνουμε με τους αυστηρούς κανόνες της ανασύνθεσης (ή επανασύνθεσης)

Ισοδύναμα

English unattested

Παραδείγματα

“παράδειγμα: η αρχαία ελληνική λέξη *λύκη που απαντά σε σύνθετα όπως: ἀμφιλύκη”
“παράδειγμα: για το ρήμα ἄγω η πρωτοελληνική *ágō (*ágōστο στο αγγλικό Βικιλεξικό)”
“παράδειγμα: πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ph₂tḗr (δείτε την αρχαία πατήρ)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αμάρτυρος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course