Meaning of αμάρτυρος | Babel Free
/aˈmaɾ.ti.ɾos/Ορισμοί
- που δεν υπάρχει μαρτυρία γι’ αυτόν, δεν αποδεικνύεται
- για όρο ή λέξη που δεν εντοπίζεται σε υπάρχον γραπτό κείμενο, αλλά εικάζεται ότι υπήρξε τουλάχιστον προφορική χρήση της. Σημειώνεται το σύμβολο * (αστερίσκος) μπροστά από τη λέξη.
- τύπος ή λέξη που δε μαρτυρείται, δε σώζεται σε αρχαίο κείμενο, αλλά τη γνωρίζουμε από άλλη της μορφή, (κλιτικό τύπο ή σύνθετη λέξη) ή από σχόλια γραμματικών και λεξικογράφων
- τύποι (ρίζες, λέξεις) υποθετικών γλωσσών, στους οποίους φθάνουμε με τους αυστηρούς κανόνες της ανασύνθεσης (ή επανασύνθεσης)
Ισοδύναμα
English
unattested
Παραδείγματα
“παράδειγμα: η αρχαία ελληνική λέξη *λύκη που απαντά σε σύνθετα όπως: ἀμφιλύκη”
“παράδειγμα: για το ρήμα ἄγω η πρωτοελληνική *ágō (*ágōστο στο αγγλικό Βικιλεξικό)”
“παράδειγμα: πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ph₂tḗr (δείτε την αρχαία πατήρ)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.