αμάρτυρος
Ορισμοί
- που δεν υπάρχει μαρτυρία γι’ αυτόν, δεν αποδεικνύεται
- για όρο ή λέξη που δεν εντοπίζεται σε υπάρχον γραπτό κείμενο, αλλά εικάζεται ότι υπήρξε τουλάχιστον προφορική χρήση της. Σημειώνεται το σύμβολο * (αστερίσκος) μπροστά από τη λέξη.
- τύπος ή λέξη που δε μαρτυρείται, δε σώζεται σε αρχαίο κείμενο, αλλά τη γνωρίζουμε από άλλη της μορφή, (κλιτικό τύπο ή σύνθετη λέξη) ή από σχόλια γραμματικών και λεξικογράφων
- τύποι (ρίζες, λέξεις) υποθετικών γλωσσών, στους οποίους φθάνουμε με τους αυστηρούς κανόνες της ανασύνθεσης (ή επανασύνθεσης)
Ισοδύναμα
2 more languages
Polskiniezaświadczony
Παραδείγματα
“παράδειγμα: η αρχαία ελληνική λέξη *λύκη που απαντά σε σύνθετα όπως: ἀμφιλύκη”
“παράδειγμα: για το ρήμα ἄγω η πρωτοελληνική *ágō (*ágōστο στο αγγλικό Βικιλεξικό)”
“παράδειγμα: πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ph₂tḗr (δείτε την αρχαία πατήρ)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free