Meaning of αλυχτήσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αλυχτώ
- θα αλυχτήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αλυχτώ
- να αλυχτήσει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλυχτώ
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.