Meaning of αλυσοδέσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αλυσοδένω
- θα αλυσοδέσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αλυσοδένω
- να αλυσοδέσει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλυσοδένω
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.