HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αλυσέλικτρο | Babel Free

Noun CEFR C1

Ορισμοί

  1. τύμπανο περιέλιξης αλυσίδας
  2. : το τύμπανο βαρούλκου άγκυρας που φέρει γλυφές στις οποίες θηλυκώνουν οι κρίκοι της καδένας της.
  3. : κάθε παρόμοιο τύμπανο ή ράγουλο απ΄ όπου διέρχεται ελεγχόμενα αλυσίδα.
    figuratively

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αλυσέλικτρο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course