Meaning of αλμυρίσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αλμυρίζω
- θα αλμυρίσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αλμυρίζω
- να αλμυρίσει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλμυρίζω
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.