HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αλλόφωνος | Babel Free

Adjective CEFR B2

Ορισμοί

  1. για φθόγγο που προφέρεται διαφορετικά από άλλους αλλά μαζί με αυτούς ανήκει στο ίδιο φώνημα (π.χ. το γάμα στη λέξη γάτα προφέρεται ως υπερωικό ενώ στη λέξη γέρος ως ουρανικό)
  2. που μιλά άλλη γλώσσα, αλλόγλωσσος, ετερόφωνος

Παραδείγματα

“※ Σχολικές επιδόσεις αλλόφωνων μαθητών (τίτλος βιβλίου των Οδυσσέα Ευαγγέλου και Νεκταρίας Παλαιολόγου, εκδ. Ατραπός, 2007)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αλλόφωνος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course