Meaning of αλλόφωνο | Babel Free
/aˈlo.fo.no/Ορισμοί
φθόγγος που είναι παραλλαγή ή ποικιλία του ίδιου φωνήματος· το ποια παραλλαγή θα εμφανιστεί, εξαρτάται από το ηχητικό περιβάλλον και τους φωνολογικούς κανόνες κάθε γλώσσας
Παραδείγματα
“παραδειγμα: Στα νέα ελληνικά, οι φθόγγοι [k] και [c] είναι αλλόφωνα του φωνήματος /k/. Tο [k] εμφανίζεται πριν από σύμφωνα και πριν από /a/, /o/, /u/ ενώ το [c] πριν από /e/, /i/.”
“αναλυτική εξήγηση - Γλωσσάρι όρων γλωσσολογίας που χρησιμοποιούνται στα σχολικά εγχειρίδια. - Digital PanGloss, όροι στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.