Meaning of Αλλούβιο | Babel Free
/aˈlu.vi.o/Ορισμοί
- άλλη μορφή του Αλλούβια Εποχή, συνώνυμο του Ολόκαινο
- υλικό (άμμος, πέτρωμα ή χώμα) προσχώσεων ή αποθέσεων φερτών υλικών από τη ροή του νερού στους ποταμούς
- για τη γεωλογική εποχή (ουδέτερο) ή Αλλούβια Εποχή
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.