Meaning of αλλοιωθεί | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αλλοιώνομαι
- θα αλλοιωθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αλλοιώνομαι
- να αλλοιωθεί: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλλοιώνομαι
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.