Meaning of αλληλεπιδράσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αλληλεπιδρώ
- θα αλληλεπιδράσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αλληλεπιδρώ
- να αλληλεπιδράσει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλληλεπιδρώ
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.