Meaning of αλληλεπίθετο | Babel Free
Ορισμοί
δίκαννο όπλο με κάννες τοποθετημένες κάθετα, η μία πάνω στην άλλη, που χρησιμοποιείται κυρίως στο κυνήγι ή τη σκοποβολή για τη βελτιωμένη στόχευση και εργονομία που προσφέρει αυτή η διάταξη
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.