Meaning of αλκοολούχος | Babel Free
/al.ko.oˈlu.xos/Ορισμοί
αυτός που περιέχει αλκοόλ
Παραδείγματα
“αλκοολούχο ποτό”
alcoholic beverage
“※ Αλκοολούχος λοσιόν οινοπνεύματος 95 βαθμών, για χρήση ως καθαριστικό και ήπιο αντισηπτικό. Ακατάλληλη για την παρασκευή ποτών ή τροφίμων. (από ιστοσελίδα πώλησης ειδών φαρμακείου, ανάκτηση 4/1/2026)”
“στις ΗΠΑ απαγορεύεται η διάθεση αλκοολούχων ποτών σε νέους κάτω των 18 ετών”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.