Meaning of αλκαδιένιο | Babel Free
Ορισμοί
οργανική ένωση της κατηγορίας των ακόρεστων αλειφατικών (μη κυκλικών) υδρογονανθράκων, που χαρακτηρίζεται από την παρουσία δύο διπλών δεσμών σε ανθρακική αλυσίδα και χρησιμοποιείται ευρέως στη χημική βιομηχανία, ιδίως για την παραγωγή συνθετικών υλικών
Ισοδύναμα
English
alkadiene
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.