Meaning of αλιζαρίνη | Babel Free
/a.li.zaˈɾi.ni/Ορισμοί
οργανική ένωση που πριν από τη βιομηχανική παραγωγή της ήταν η ερυθρά χρωστική ουσία που προέρχεται από τις ρίζες τού φυτού Ρουβία η χρωστική ή παλιότερα: Eρυθρόδανου του βαφικού (αλιζάρι ή ριζάρι)
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.