Meaning of αληπασάδικος | Babel Free
Ορισμοί
- που έχει σχέση με τον Αλή πασά, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν
-
βίαιος, καταπιεστικός figuratively
Παραδείγματα
“※ Η οικονομική και στρατιωτική ισχύς του ανέδειξαν την πόλη σε σταυροδρόμι και οι ξένοι περιηγητές θαύμασαν την αληπασάδικη αυλή. (*)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.