HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αληπασάδικος | Babel Free

Adjective CEFR C1

Ορισμοί

  1. που έχει σχέση με τον Αλή πασά, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν
  2. βίαιος, καταπιεστικός
    figuratively

Παραδείγματα

“※ Η οικονομική και στρατιωτική ισχύς του ανέδειξαν την πόλη σε σταυροδρόμι και οι ξένοι περιηγητές θαύμασαν την αληπασάδικη αυλή. (*)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αληπασάδικος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course