Meaning of αλεύρου | Babel Free
/a.leˈvɾu/Ορισμοί
-
γενική ενικού του άλευρο genitive, singular
- θηλυκό του αλευράς
- η σύζυγος του αλευρά
- η ιδιοκτήτρια αλευρόμυλου
- η εργάτρια σε αλευρόμυλο ή αλευροβιομηχανία
- η πρατηριούχος αλεύρων, ή πωλήτρια αλεύρων
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.