Meaning of αλευροκόσκινο | Babel Free
Ορισμοί
- ειδικό εργαλείο κουζίνας για κοσκίνισμα αλεύρων. παλαιότερα αποτελούταν από πλατιά ξύλινη στεφάνη. το ένα χείλος της οποίας καλυπτόταν με τούλι, ενώ το σύγχρονο αλευροκόσκινο είναι ανοξείδωτο άλλο σε σχήμα ποτηριού, στο χερούλι του οποίου φέρεται σκανδάλη που με κάθε πάτημά της περιστρέφεται πάνω από τον ψιλοδιάτρητο πάτο του τριπλή λεπίδα. και άλλο σε σχήμα κυλινδρικής ανοξείδωτης θήκης από το πώμα της οποίας περιστρέφεται παρόμοιος μηχανισμός, αποφεύγοντας έτσι κάθε παλαιότερη λάτρα.
- παλινδρομική μηχανή με δυνατότητα κοσκινίσματος αλεύρων
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.