Αλευρίτης
Ορισμοί
- ταξινομικός όρος - γένος: ενικός αριθμός του Αλευρίτες γένους αειθαλών δένδρων γαλακτοφόρων της οικογένειας Ευφορβιδών, ιθαγενές Ασίας και Αυστραλίας από τα σπέρματα του οποίου λαμβάνεται το αλευριτέλαιο
- η αλευριά των αρχαίων Ελλήνων ("αλευρίτης άρτος")
- είδος σιταριού που περιέχει πολύ αλεύρι και αντίθετα πολύ λίγο πίτουρο
- χιόνι με πολύ ψιλές νιφάδες
- : παιδική ασθένεια που προκαλεί αλευρώδη επιδερμίδα
- : πληθυντικός αλευρίτες: λεπτόκοκκοι άργιλοι ενδιάμεσου μεγέθους μεταξύ ψαμμιτών και πηλιτών
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free