HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of Αλευρίτης | Babel Free

Noun CEFR B2

Ορισμοί

  1. ταξινομικός όρος - γένος: ενικός αριθμός του Αλευρίτες γένους αειθαλών δένδρων γαλακτοφόρων της οικογένειας Ευφορβιδών, ιθαγενές Ασίας και Αυστραλίας από τα σπέρματα του οποίου λαμβάνεται το αλευριτέλαιο
  2. η αλευριά των αρχαίων Ελλήνων ("αλευρίτης άρτος")
  3. είδος σιταριού που περιέχει πολύ αλεύρι και αντίθετα πολύ λίγο πίτουρο
  4. χιόνι με πολύ ψιλές νιφάδες
  5. : παιδική ασθένεια που προκαλεί αλευρώδη επιδερμίδα
  6. : πληθυντικός αλευρίτες: λεπτόκοκκοι άργιλοι ενδιάμεσου μεγέθους μεταξύ ψαμμιτών και πηλιτών

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See Αλευρίτης used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course