Meaning of αλευρέα | Babel Free
Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Αλευρέας
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Αλευρέας accusative, genitive, singular, vocative
- είδος παραδοσιακού νηστίσιμου φαγητού που παρασκευάζεται από χοντροαλεσμένο σιτάρι ή κριθάρι σε μορφή πηχτής σούπας, ιδιαίτερα διαδεδομένο σε μοναστήρια
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.