Meaning of αλευράδικο | Babel Free
Ορισμοί
- κατάστημα πώλησης αλεύρων
- μέσο μεταφοράς αλεύρων, όχημα, βαγόνι, κ.λπ.
- : φορτηγό πλοίο, συνήθως χρονοναυλωμένο, μεταφοράς αλεύρων, συσκευασμένων ή χύδην (χύμα)
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.