Meaning of αλειφτεί | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αλείβομαι
- θα αλειφτεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αλείβομαι
- να αλειφτεί: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αλείβομαι
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.