Meaning of αλβανόφωνος | Babel Free
/al.vaˈno.fo.nos/Ορισμοί
που έχει ως μητρική ή ως κύρια γλώσσα τα αλβανικά
Παραδείγματα
“αλβανόφωνοι πληθυσμοί της Βαλκανικής”
“※ Συνεχίζονται οι ένοπλες συγκρούσεις στην αλβανόφωνη συνοικία του Κουμάνοβο”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.