Meaning of αλβανέλληνας | Babel Free
/al.vaˈne.li.nas/Ορισμοί
-
Αλβανός που μεγάλωσε ή ζει πολλά χρόνια στην Ελλάδα demonym
- άτομο που έχει αλβανική και ελληνική υπηκοότητα
- Έλληνας έχων αλβανικής συνείδησης (που έχει αλβανική συνείδηση)
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.