HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αλαλόφωνος | Babel Free

Adjective CEFR B2
/a.laˈlo.fo.nos/

Ορισμοί

  1. ιδιωματικό των Κυκλάδων
  2. που έχει χάσει την λαλιά του
  3. που έχει μείνει έκπληκτος, άφωνος
    figuratively

Παραδείγματα

“※ Καὶ νὰ πού, κοιτάζοντάς την, ἀπόμενα ἀλαλόφωνος τώρα, γιατὶ ἀνακάλυπτα ἔξαφνα πὼς μὲ δένανε μ’ ἐκείνη ἀθώρητες κλωστὲς ἀναρίθμητες, σὰν ἀπὸ βαθειὲς κι’ ἀσύντριφτες ἀγάπες.”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αλαλόφωνος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course