Meaning of αλαλόφωνος | Babel Free
/a.laˈlo.fo.nos/Ορισμοί
- ιδιωματικό των Κυκλάδων
- που έχει χάσει την λαλιά του
-
που έχει μείνει έκπληκτος, άφωνος figuratively
Παραδείγματα
“※ Καὶ νὰ πού, κοιτάζοντάς την, ἀπόμενα ἀλαλόφωνος τώρα, γιατὶ ἀνακάλυπτα ἔξαφνα πὼς μὲ δένανε μ’ ἐκείνη ἀθώρητες κλωστὲς ἀναρίθμητες, σὰν ἀπὸ βαθειὲς κι’ ἀσύντριφτες ἀγάπες.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.