HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αλάθευτος | Babel Free

Adjective feminine CEFR B2
/aˈla.θe.ftos/

Ορισμοί

που είναι ο αλάθητος, αλάνθαστος, χωρίς ψεγάδι, που δεν έχει λάθη

Παραδείγματα

“※ Γιατί με χέρι αλάθευτο ηθέλησεν η φύση, της νιότης τ' άνθια ολόβολο προικιό να σου χαρίσει (Γιάννης Βηλαράς, "Σαν πεταλούδα στη φωτιά")”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αλάθευτος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course