HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

αλάβαστρο

Ουσιαστικό CEFR B2
aˈla.va.stɾo

Ορισμοί

  1. λίθος, παραλλαγή γύψου, κυρίως χρώματος χιονόλευκου ή ρόδινου με τον οποίο κατασκευάζονται κομψοτεχνήματα
  2. είδος αρχαίου αγγείου με ψηλό σώμα και μικρό στόμιο

Ισοδύναμα

31 more languages

Παραδείγματα

“※ Από τις αρχές ήδη του 7ου π.Χ. αιώνα η προτίμηση των Κορινθίων κεραμέων για αγγεία μικρού σχήματος, όπως αρυβάλλους, αλάβαστρα, σκύφους, κοτύλες οδήγησε στην «ανακάλυψη» της μελανόμορφης τεχνικής που ευνόησε ιδιαίτερα τις μικρογραφικές συνθέσεις τους.”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη αλάβαστρο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free