Meaning of ακυρολεκτήσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ακυρολεκτώ
- θα ακυρολεκτήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ακυρολεκτώ
- να ακυρολεκτήσει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακυρολεκτώ
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.