Meaning of ακτινοφυσική | Babel Free
Ορισμοί
διεπιστημονικό πεδίο που μελετά τις φυσικές ιδιότητες της ακτινοβολίας, την αλληλεπίδρασή της με την ύλη και τις επιπτώσεις της σε βιολογικά ή τεχνολογικά συστήματα, με εφαρμογές στην ιατρική, την ενέργεια και την ασφάλεια
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.