Meaning of ακτινομυκητίαση | Babel Free
Ορισμοί
- μακροχρόνια λοίμωξη που προέρχεται από ακτινομύκητες, που προσβάλλει τους μαλακούς ιστούς (λ.χ. το δέρμα και τους πνεύμονες), προκαλώντας πληγές (έλκη) και πυώδη αποστήματα
- χρόνια αρρώστια κυρίως των βοοειδών, που εντοπίζεται με πρήξιμο των οστών της κεφαλής λόγω εμπύωσης και δημιουργίας συριγγίων απ΄ όπου και τρέχει πύο
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.