HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ακτινολογικός | Babel Free

Adjective feminine CEFR C1

Ορισμοί

  1. ο σχετικός με την ακτινολογία
  2. το ουδέτερο (το ακτινολογικό) χρησιμοποιείται και ως ουσιαστικό

Παραδείγματα

“ακτινολογικός έλεγχος”
“ακτινολογική εξέταση”
“ακτινολογικό εύρημα”
“Ο ασθενής με το νούμερο 3 να περάσει στο ακτινολογικό (εννοείται: στο ακτινολογικό τμήμα του νοσοκομείου)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ακτινολογικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course