Meaning of ακτινολογικός | Babel Free
Ορισμοί
- ο σχετικός με την ακτινολογία
- το ουδέτερο (το ακτινολογικό) χρησιμοποιείται και ως ουσιαστικό
Παραδείγματα
“ακτινολογικός έλεγχος”
“ακτινολογική εξέταση”
“ακτινολογικό εύρημα”
“Ο ασθενής με το νούμερο 3 να περάσει στο ακτινολογικό (εννοείται: στο ακτινολογικό τμήμα του νοσοκομείου)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.