Meaning of ακτινοθεραπευτική | Babel Free
/a.kti.no.θe.ɾa.pe.ftiˈci/Ορισμοί
κλάδος της ιατρικής και ειδικότερα της ακτινολογίας, με ειδίκευση στη χρήση ιοντίζουσας ακτινοβολίας στη θεραπεία παθήσεων, κυρίως κακοήθων όγκων
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.