Meaning of ακρωτηριάζω | Babel Free
/a.kɾo.ti.ɾiˈa.zo/Ορισμοί
- αποκόπτω ένα μέλος, χέρι ή πόδι
- αποκόπτω ένα σημαντικό τμήμα από κάτι κι έτσι αυτό που απομένει είναι ελλιπές ή μη λειτουργικό ή μη αναγνωρίσιμο
Ισοδύναμα
العربية
بتر
CA
amputar
Čeština
amputovat
Deutsch
amputieren
English
Amputate
Español
amputar
Suomi
amputoida
Français
amputer
HY
անդամահատել
日本語
切断する
한국어
절단하다
MK
ампутира
Polski
amputować
Português
amputar
RO
amputa
Русский
ампутировать
SK
amputovať
SL
amputirati
Svenska
amputera
TL
gapungin
Українська
ампутува́ти
Παραδείγματα
“έπεσε πάνω του ένα αυτοκίνητο και τον ακρωτηρίασε φριχτά”
“οι γιατροί αναγκάστηκαν στο χειρουργείο να του ακρωτηριάσουν το ένα χέρι”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.