Meaning of ακρωνύμιο | Babel Free
Ορισμοί
συντομευμένη μορφή (συντομομορφή) ενός πολυλεκτικού όρου ή ονόματος (π.χ. επωνυμίας) που σχηματίζεται από τα αρχικά γράμματα ή από ορισμένες συλλαβές του πλήρους όρου ή ονόματος και προφέρεται συλλαβικά σαν κανονική λέξη. Τα γράμματα ενός ακρωνυμίου γράφονται κεφαλαία και κανονικά, χωρίς τελείες ανάμεσα τους.
Παραδείγματα
“≋ ταυτόσημα: ακρώνυμο”
“ΔΕΗ: Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (προφέρεται: [δεή])”
“ΔΗΠΕΘΕ: Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο (προφέρεται: [διπεθέ])”
“ΟΗΕ: Oργανισμός Hνωμένων Eθνών (προφέρεται: [οηέ])”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.