HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ακροτελεύτιος | Babel Free

Adjective feminine CEFR C1
/a.kɾo.teˈle.fti.os/

Ορισμοί

  1. που βρίσκεται στο άκρο, ο τελευταίος, ο τελικός
  2. ο τελευταίος που απομένει

Παραδείγματα

“το ακροτελεύτιο άρθρο του Συντάγματος είναι το υπ' αριθμόν 120 κατά το οποίο η τήρηση του Καταστατικού Χάρτη επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ακροτελεύτιος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course