Meaning of ακροριζεκτομή | Babel Free
Ορισμοί
μικροχειρουργική επέμβαση που αφαιρεί το άκρο της ρίζας ενός δοντιού και σφραγίζει το ακρορριζικό τμήμα, για να αντιμετωπιστεί επίμονη φλεγμονή ή λοίμωξη που δεν θεραπεύεται με απλή ενδοδοντική θεραπεία
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.