HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ακρογιαλιά | Babel Free

Noun feminine CEFR B2
/a.kɾo.ʝaˈʎa/

Ορισμοί

  1. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακρογιάλι
    accusative, nominative, plural, vocative
  2. το μέρος όπου η ξηρά συναντιέται με τη θάλασσα· η ακτή, η παραλία, ο γιαλός

Παραδείγματα

“※ Το καλοκαιράκι, στη ακρογιαλιά / μέσα στο νεράκι, πλέουμ’ αγκαλιά. / Πέφτει το βραδάκι, πιάνει η δροσιά / δός μου ένα φιλάκι, κι έλα πιό κοντά.”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ακρογιαλιά used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course