Meaning of ακρογιαλιά | Babel Free
/a.kɾo.ʝaˈʎa/Ορισμοί
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ακρογιάλι accusative, nominative, plural, vocative
- το μέρος όπου η ξηρά συναντιέται με τη θάλασσα· η ακτή, η παραλία, ο γιαλός
Παραδείγματα
“※ Το καλοκαιράκι, στη ακρογιαλιά / μέσα στο νεράκι, πλέουμ’ αγκαλιά. / Πέφτει το βραδάκι, πιάνει η δροσιά / δός μου ένα φιλάκι, κι έλα πιό κοντά.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.