Meaning of ακροβατήσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ακροβατώ
- θα ακροβατήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ακροβατώ
- να ακροβατήσει: γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ακροβατώ
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.