Meaning of ακροατήριο | Babel Free
/a.kɾo.aˈti.ɾi.o/Ορισμοί
- το κοινό που παρακολουθεί κάποιο δρώμενο
- το σύνολο των πολιτών που παρακολουθούν τη διεξαγωγή μιας δίκης
- η δημόσια διεξαγωγή μιας δίκης
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“※ Εξακολουθούσε να έχει το πιστό του ακροατήριο, αλλά ένα ακροατήριο πλέον συρρικνωμένο, γραφικό, του πολιτικού τζερτζελέ μάλλον παρά της πολιτικής ουσίας (Πέτρος Τατσόπουλος, Είσαι και φαίνεσαι: Μια αιχμηρή ματιά, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)”
“※ Δικαστήριο και ακροατήριο γελούν για το μέγεθος του ψεύδους. (Δημήτρης Ψαθάς, Η Θέμις έχει κέφια)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.