HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ακροατήριο | Babel Free

Noun CEFR C2 Standard
/a.kɾo.aˈti.ɾi.o/

Ορισμοί

  1. το κοινό που παρακολουθεί κάποιο δρώμενο
  2. το σύνολο των πολιτών που παρακολουθούν τη διεξαγωγή μιας δίκης
  3. η δημόσια διεξαγωγή μιας δίκης

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“※ Εξακολουθούσε να έχει το πιστό του ακροατήριο, αλλά ένα ακροατήριο πλέον συρρικνωμένο, γραφικό, του πολιτικού τζερτζελέ μάλλον παρά της πολιτικής ουσίας (Πέτρος Τατσόπουλος, Είσαι και φαίνεσαι: Μια αιχμηρή ματιά, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)”
“※ Δικαστήριο και ακροατήριο γελούν για το μέγεθος του ψεύδους. (Δημήτρης Ψαθάς, Η Θέμις έχει κέφια)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ακροατήριο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course