Meaning of ακροαματικότητα | Babel Free
/akɾoamatiˈkotita/Ορισμοί
το μέγεθος των ακροατών που παρακολουθεί μια εκπομπή ραδιοφωνική ή τηλεοπτική
Ισοδύναμα
English
listenership
Παραδείγματα
“Έχασε ακροαματικότητα όταν άλλαξε την ώρα μετάδοσης της εκπομπής τής.”
She lost listeners when she changed the time she broadcast her show.
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.