HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ακροαματικός | Babel Free

Adjective feminine CEFR C1
/a.kɾo.a.ma.tiˈkos/

Ορισμοί

  1. που έχει σχέση με κάποιο ακρόαμα ή αναφέρεται σ’ αυτό
  2. που μπορεί να ακουστεί ή είναι κατάλληλος να ακούγεται
  3. που συμβαίνει μπροστά σε ακροατήριο

Παραδείγματα

“ακροαματική διαδικασία”

court hearing

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ακροαματικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course