Meaning of ακροαματικός | Babel Free
/a.kɾo.a.ma.tiˈkos/Ορισμοί
- που έχει σχέση με κάποιο ακρόαμα ή αναφέρεται σ’ αυτό
- που μπορεί να ακουστεί ή είναι κατάλληλος να ακούγεται
- που συμβαίνει μπροστά σε ακροατήριο
Παραδείγματα
“ακροαματική διαδικασία”
court hearing
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.